Το Σαββατο ειχε ξημερωσει και κοιταξα εξω απο το παραθυρο. Φλεβαρης μηνας και ο ουρανος γκριζος και βαρυς… Το κρυο πολυ εντονο και οι πιο πολλοι ανθρωποι ηταν χωμενοι στα ζεστα παπλωματα. Εγω ομως ειχα κολλησει να κοιταζω τον ουρανο και μεσα μου ενοιωθα να καιει η φλογα της φυγης. Του Δρομου.
Βλεπεις, καθε τοσο ξυπναει στο αιμα μου η αναγκη και η διψα να φυγω. Μακρυα. Μονος – εγω και η μηχανη μου. Και καθε φορα καλωσοριζα το γνωριμο συναισθημα, σαν ενα παλιοφιλο αγαπημενο που γυρισε ξανα… Σημερα επιτελους ειχε ερθει η ωρα να ανεβω Θεσσαλονικη… Ηταν ενα “εγωιστικο ταξιδακι” -οπως ελεγε παλια κ ενας φιλος- που ηθελα να κανω για παρτη μου εδω και πολυ καιρο και τωρα ηταν πια καιρος…Κατεβαινω κατω και καθομαι σε μια μερια χαζευοντας την μηχανη με αγαπη… Αυτη με συντροφευει παντα. Αυτη με παει σε μερη αγνωστα, σε μερη που τιποτα δεν μοιαζει γνωριμο. Και ομως οταν γυρναω και την κοιταζω νοιωθω οτι ΚΑΠΟΥ εχω ενα λιμανι να με περιμενει. Μια εικονα γνωριμη μεσα στους ξενους….




